Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης μιλάει για την ελληνική γλώσσα

Σήμερα λένε μερικοί ότι ζούμε σε μια εποχή γλωσσικής κατάπτωσης και ένδειας. Ζούμε πραγματικά αυτή την κατάπτωση; Εγώ δεν το πιστεύω. Λένε ότι δεν ξέρουμε τη γλώσσα. Μήπως ξέραμε παλαιότερα τη γλώσσα; Μήπως οι παλαιότεροι ξέραν τη γλώσσα; Σήμερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι φοβερά. Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, ο Τύπος. Ο κόσμος διαβάζει, ακούει. Γίνονται πράγματι πολλά γλωσσικά λάθη. Πρώτα δεν γίνονταν, διότι δεν μιλούσε ο κόσμος, έβγαινε στην τηλεόραση μια εκφωνήτρια. Αυτό ήταν. Τώρα εκατό βγαίνουν κάθε μέρα σε τόσα κανάλια που υπάρχουν. Όλοι αυτοί ξέρουν καλά ελληνικά; Μπορούν να μιλήσουν; Και εγώ, που μιλάω τώρα, δεν μιλάω ελληνικά. Δεν έχω την ευχέρεια να μιλήσω στρωμένα, με σωστή σύνταξη.
Στο γράψιμο, εκεί μπορεί να πει κανείς ότι γίνονται λάθη πολλά. Γίνονται λάθη εξαιτίας καθαρεύουσας δημοτικής, δημοτικής καθαρεύουσας. Άλλο αυτό, όμως, κι άλλο ότι χάθηκε το γλωσσικό αίσθημα του ελληνικού λαού. Μιλάμε κανονικά. Όλες τις ξένες λέξεις οι οποίες έχουν μπει στο ελληνικό λεξιλόγιο δεν πρέπει να τις εξοβελίσουμε, νομίζω ότι καλώς μπήκαν. Όταν το αυτοκίνητο έχει μέσα τόσα λεπτά εργαλεία, τόσα όργανα, τόσο λεπτή τεχνολογία, όλες αυτές τις ξένες λέξεις δεν μπορείς να τις μεταφράσεις στα ελληνικά. Είναι δύσκολο. Δηλαδή, έρχεται ο γκαραζιέρης και σου μιλάει μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνεις, γιατί σου μιλάει με ξενικές εκφράσεις. Δηλαδή, αυτός ελληνοποιεί τις ξένες λέξεις.

Οι σπίκερ των ποδοσφαιρικών εκπομπών κάνουν λάθη. Σύμφωνοι. Μπορείς να μιλήσεις τόσο γρήγορα, να πεις τόσες λέξεις μέσα σ’ ένα λεπτό, όπως τις λέει ο εκφωνητής; Δεν μπορείς να τις πεις, θα κάνεις λάθη αναγκαστικά και μερικά στοιχειώδη, γλωσσικά, χοντρά λάθη. Μικρά παιδιά είναι που κάνουν το σπικάζ. Και λένε ότι αυτό δεν είναι γλώσσα ελληνική. Γιατί δεν είναι γλώσσα ελληνική; Ή η γλώσσα των νέων, που είναι η αργκό, δεν είναι ελληνικά; Και εμείς στην εποχή μου μιλούσαμε την αργκό της. Τότε, μάλιστα, χρησιμοποιούσαμε αργκό που άλλες συνοικίες δεν την καταλάβαιναν. Η γλώσσα ήταν τόσο στενά περιχαρακωμένη επίτηδες για να μην την καταλαβαίνουν άλλοι, οι οποίοι βρισκόντουσαν όχι σε άλλη  πόλη, σε άλλη συνοικία. Οι συνοικίες τότε ήταν περιχαρακωμένες. Ας πούμε, γίνονταν πόλεμοι συνοικιών, πετροπόλεμοι γίνονταν, έρχονταν οι συμμορίες της μιας συνοικίας την άλλη συνοικία και γινόταν χαμός. Εκεί μέσα μπερδεύονταν διάφορες γλώσσες και διάφορα περίεργα ιδιώματα. Γιατί λοιπόν λέμε ότι δεν μιλάμε σωστά ελληνικά;
Δεν ξέρω, αυτό το θέμα, το γλωσσικό, έχει γίνει ταμπού πια. Όλοι δηλώνουν πως ξέρουν τη γλώσσα καλά. Δεν την ξέρουν καλά. Η γλώσσα είναι κάτι που πλάθεται συνεχώς. Άμα διαβάσεις Έλληνες πεζογράφους οι οποίοι ξέραν τη γλώσσα, θα δεις μερικές εκφράσεις που σήμερα δεν λέγονται. Όπως ο Ξενόπουλος, που ήξερε καλά τη γλώσσα: χρησιμοποιεί την έκφραση “καημένε”, που κάποτε ήταν πολύ συνηθισμένη, αλλά σήμερα δεν χρησιμοποιείται, έχει αντικατασταθεί από άλλη.
Επίσης, για να τελειώσω αυτό το θέμα μου μ’ ενδιαφέρει πραγματικά, οι σημερινοί μας νέοι δεν διαβάζουν Παπαδιαμάντη διότι, λένε, δεν ξέρουν τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Ξέρουν καλύτερα να διαβάσουν Παπαδιαμάντη παρά Ψυχάρη. Διαβάστε μια σελίδα του Ψυχάρη. Έχει τόσες μη ελληνικές εκφράσεις, τόσες ελληνικούρες που σήμερα δεν γράφονται. Τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη θα τη διαβάσουν κάποτε. Θέλει γλωσσάρι βέβαια, όπως και τότε ήθελε γλωσσάρι, γλωσσάρι της Σκιάθου. Αλλά τη γλώσσα του Βλαστού, του Ψυχάρη δεν την καταλαβαίνεις πια, γιατί δεν είναι ελληνικά. Λέμε σήμερα ότι η δημοτική ήταν η γλώσσα του λαού. Η δημοτική του Ψυχάρη δεν ήταν λαϊκή γλώσσα, ήταν πλαστή. Για να κλείσουμε λοιπόν το θέμα αυτό, περισσότερο νομίζω ότι εκφράζουμε μια κινδυνολογία, παρά αποτυπώνουμε τη γλωσσική μας πραγματικότητα.
_________________________________

 Το απόσπασμα προέρχεται από μαγνητοφωνημένη συνομιλία του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Μισέλ Φάις τον Νοέμβριο του 1992, η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο “Είμαι αριστερόχειρ ουσιαστικά”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου